Η παντόφλα

Συμπληρώστε τα γράμματα που λείπουν στην παρακάτω ιστορία !!!

Ο Δήμος καθισμένς σε μια πολυθρόνα είχε πέσ  σε βαθιά σκέψ. Ένα μεγάλ   πρόβλημα τον βασάνζε.
Πς  θα μπορέσ  να γλιτσει από τη μανα  πο  έχ  η μητέρα του να τον υποχρενει  να βγάζ  τα παπούτσια του
και να βάζ  τις παντόφλες όταν μπνει στο σπίτ. Επιμέν  πολύ η μητέρα του στο θέμα αυτό, για να μη γεμζει 
το πάτμα  και τα χαλά  με χώματα και λάσπες, ιδιαίτερα όταν ο καιρός είν  βροχερς. 
Το ίδιο κάν  και   ίδια. Με την επιμον  της το έχει συνηθσει και ο πατέρας του, που ήταν λογστής σε ένα εργοστάσι.
Το συνήθ  σε ακόμα και η αδελφ  του η Ελέν, που ήταν εννέα χρονών, μαθήτρα  της τετάρτης τάξης, ενώ
ο Δήμος συμπλήρσε  τα επτά, μπήκε στα οκτώ και ήταν μαθητς  της δευτέρας τάξης.
Ο Δήμος όμως δεν μπορεί να το συνηθσει.
Στηρζοντας  λοιπόν τους δύο του αγκώνες στα γόνατά του και κρατώντας με τις χούφτες το κεφάλ  του, κοιτούσε
τα παπούτσια του, πο  δεν του φαίνονταν καθόλου βρόμκα  όπως νόμζε      μητέρα του και σκεφτόταν
τη γκρίνα  πο  τον περίμενε πάλι.
Οι παντόφλες του επάν  στο χαλάκ  δίπλα στην πόρτα της εισόδου περίμεναν και δεν ήταν   πρώτη φορά πο  περίμεναν.
«Λύνε δνε,  λύνε δνε  τα παπούτσια», μονολογούσε, «δεν μ’ αρέσουν οι παντόφλες, πς  το λένε, δηλαδή.
Κάτι πρέπ  να κάν, κάτι έξυπν, για να γλτώσω  από τις παντόφλες, αφού με τα λόγια δεν μπορώ να πείσω
τη μητέρα μου να μ’ αφήσει ήσυχο αλλά με πρζει  κάθε μέρα μ’ αυτό το ζήτημα».
Και να,   μητέρα του φάνηκε στην πόρτα του σαλονιού με καρφμένα  τα μάτια στα πόδια του.
«Πάλι τα ίδια, Δήμο; Δεν έβαλες τις παντόφλες σου; Τι θα γίνει με σένα, τέλος πάντων. Κάνεις   θέλεις και
όχι   πρέπ. Δεν βλέπς   ότι βασανίζομ  για να βρίσκεις το σπίτ  πεντακάθαρ;
Πόσο λίγο μ’ αγαπάς καημένε Δήμο, αφού δεν σκέπτεσ  την κούρασ   μου».
Αυτό δεν ήταν αλήθα, γιατί ο Δήμος αγαπούσε πάρα πολύ τη μητέρα του, περισστερο  από κάθε τι στον κόσμ.
«Μανούλα μου γλυκά», είπε ο Δήμος με φωνή όλο τρυφεράδα. «Σ’ αγαπώ πολύ και το ξέρεις.
Μα πρέπ  να παραδεχτείς πς   είν  ιδιοτροπα  σου να μας βάζς   να βγάζουμ  τα παπούτσια μας μόλις μπούμε
στο σπίτι. Γυρζω  από το σχολο,  λύσε κορδόνια, βγάλε παπούτσια, βγνω  σε λίγο να παίξω, βάλε παπούτσια,
δσε  κορδνια,  μπνω  ξανά απ’ το παιχνίδι, λύσε κορδνια,  βγάλε παπούτσια, πήγνε  να πάρς  τσιγάρα,
σπίρτα, αλάτ         άλλο χραστεί,  βάλε παπούτσια, δσε  κορδόνια, σαν γυρίσω λύσε κορδόνια, βγάλε παπούτσια.
Μα ζωή είναι αυτ; Κάθε μέρα, κάθε μέρα την ίδια δουλά;   Το πάτμα  και τα χαλιά είναι για να τα πατάμε.
Θα σκουπστεί  πο  θα σκουπστεί  μια φορά τη μέρα, τι πειράζει αν οι βρομές  πο  θα πάρ  η σκούπα είναι
λίγο περισστερες;  Δίκιο δεν έχ;» είπε ο Δήμος αγανακτισμένος. «Να σου πω την αλήθα,  έχς   και λίγο δίκιο, Δήμο.
Δεν θέω  να στο επιβάω  με τη βία, αλλά σε παρακαλ  να μου κάνς   αυτ  τη χάρ. Πες πς  είμ  ιδιότροπ.
Μετά από τόσες συνεχείς παρακλήσεις πο  σου έχω κάνει, νομζω   πς   πρέπ  να μου κάνς  το χατιρι.
Αυτό το μήνα θα στο ’χω πει δεκέντε  φορές και δεν θέλω να με αναγκάσς  να σου το πω και δέκατκτη.
Με τις πόσες θα συμμορφθείς  επιτέλους, με τις πενήντα ποτέ;» 

(Συνεχίζεται... Πάτησε το "Συνέχεια")